ELENI GALANI
 
from "The Ost End" - Selection 
 
Translated from Greek to German by Dirk Uwe Hansen and Jorgos Kartakis
 
 
 
Η ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΚΡΥΨΩΝΑ ΤΟΥ HANS ROSENTHAL*
 
Υπάρχει μια πόλη που χτίζεται όταν οι πόλεις γκρεμίζονται
μια άνοιξη που ανθεί όταν όλα τα λουλούδια έχουν μαραθεί
υπάρχει μια ποίηση που γράφεται όταν οι λέξεις βουβαίνονται
μια πένθιμη Ανάσταση που ο θάνατος αθάνατος στο διηνεκές κυοφορεί
πίστη απίστευτη εκεί που κάθε πίστη έχει χαθεί
 
Υπάρχει ένας άνθρωπος που βγαίνει στον κόσμο όταν ο κόσμος κρύβεται
σε καταφύγια, σφαγεία, σε κοσμικά σαλόνια, σε ναούς, στη Συναγωγή
περιμένει με εκρηκτικά μάτια καρτερικά το ξημέρωμα
μέσα σε τόνους νύχτας
στο Όρος των Ελαιών
στο Lichtenberg
στο ανατολικό βερολίνο
έχει για μοναδική κρυψώνα τον ορίζοντα
τα φονικά τα άστρα του
που μόνος, απείραχτος
αιώνια ζει
 
 
*Ο Hans Rosenthal (1925-1987), γερμανός εβραïκής καταγωγής, παρέμεινε κατά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού για δύο ολόκληρα χρόνια κρυμμένος από τους Ναζί σε ένα υπόγειο στο Lichtenberg (περιοχή του αν. βερολίνου που το όνομά της σημαίνει «φωτεινό βουνό»). Στο βιβλίο του / αυτοβιογραφία „Δυο ζωές στη Γερμανία“, (1980) αναφέρει ότι μια νύχτα που το βερολίνο βομβαρδιζόταν και όλοι κρύφτηκαν για να σωθούν εκείνος βρήκε την ευκαιρία να βγει από την κρυψώνα του για να αντικρίσει μαγεμένος τον ουρανό
 
 
HANS ROSENTHALS UNERWARTETES VERSTECK
 
Es gibt eine Stadt, die wird gebaut, wo die Städte einstürzen
Einen Frühlung, der blüht, wenn alle Blumen verwelkt sind
Es gibt eine Dichtung, die geschrieben wird, wenn alle Worte verstummen
Eine schmerzhafte Auferstehung da, wo der Tod auf ewig unsterblich ist und fruchtbar
Ein unglaublicher Glaube da, wo jeder Glaube verloren ist
 
Es gibt einen Menschen, der geht hinaus in die Welt, wenn alle Welt sich verbirgt
In den Luftchutzkellern, Schlachtohöfen, in den Salons, den Kirchen, in der Synagoge
Der wartet mit weit geöffneten Augen geduldig auf das Morgengrauen
Inmitten der Töne der Nacht
Auf dem Ölberg
In Lichtenberg
In Ostberlin
Hat nur den Horizont als Versteck
Die Morde, die Sterne dessen, der als einziger, unbehelligt ewig lebt
 
 
 
from "Terrarium" - Selection (2014) 
 
Translated from Greek to German by Dirk Uwe Hansen
 
 
ΑΧΑΡΑΒΗ
 
Ανήκω στα χειλανθή η μητέρα
 
μυρίζει χώμα στο στόμα της
 
ανθίζει δενδρολίβανο κλωνάρια μέντας
την εμποδίζουν να μιλάει γι΄αυτό
μένει σιωπηλή
τα καλοκαίρια της πιάνω τα μαλλιά τα τραβάω
είναι πλατύφυλλα
μοσχομυρίζουν τα δάχτυλα ευωδιά
από βασιλικό έχει
μια θλίψη ανεξήγητη χρόνια
πίστευα πως είναι ίδιον αριστοκρατικό
ευγενών
βασιλιάδων
να εκβιάζουν αγγίγματα να μυρίσουν
έμαθα αργότερα πως η θλίψη
δεν είναι βασιλικό
προνόμιο δεν
έχει πρωτόκολλα δεν
τηρεί τα προσχήματα δεν
κάνει διακρίσεις δεν
είναι κληρονομικό
δικαίωμα είναι
φυτό οικιακό
γονιμοποιεί ανάσες φωτοσυνθέτει
συντριβές ριζώνει στρογγυλοκάθεται όπου ενδημούν
φλέβες φιλιά πληγές ανοιχτές ρωγμές αδιόρατες φθορές φθαρτών
ζωές ζώντων με το έτσι θέλω
κρατά το άρωμά της καιρό
αφού έχει μαραθεί δε
μιλάει σχεδόν ποτέ
σε κανέναν σπάνια
μόνο
γελάει δυνατά
με ένα γέλιο σαρδόνιο
εγγαστρίμηχο
τρομακτικό
μέσα από σφραγισμένα στόματα
μέσα από σώματα τάφου
 
 
ACHARABE
 
Ich gehöre zur Gattung der Lippenblütler meine Mutter
riecht nach Erde in ihrem Mund
blüht Rosmarin Minzestengel
hindern sie daran zu sprechen daher
bleibt sie stumm
in den Sommern greife ich in ihre Haare ziehe daran
sie sind breitblättrig
an den Fingern bleibt der Duft
von Basilikum sie hat
einen unausgesprochenen Kummer seit Jahren
ich hielt das für eine aristokratische Eigenschaft
von Adligen
von Königen
dass man sie berühren muss dass sie duften
später habe ich gelernt dass Kummer kein
königliches Privileg ist es kein
Protokoll dafür gibt es nicht
den Schein wahrt keine
Unterschiede macht nicht
vererbt wird.
Es ist jedermanns Recht
ein einheimisches Gewächs
das Pollen bildet Luft atmet Photosynthese betreibt
Ableger wurzeln lässt und sich ausbreitet in alle Richtungen
Adern Nerven offene Wunden Risse kaum wahrnehmbarer Verschleiß
der verbrauchten Leben
derer die leben nur noch durch Willenskraft
ihr Geruch hält die Zeit fest
seit sie vertrocknet ist sie spricht
seitdem fast gar nicht mehr
mit irgendjemanden nur ganz selten einmal
lacht sie mächtig
mit dem hämischen erschreckenden
Lachen eines Bauchredners
mitten aus dem verschlossenen Mund
mitten aus dem Grab Körper
 
More poetry translated into German here
 
 
from "Parkour" (2012) - Selection
 
 
Translated from Greek into English by Yiannis Goumas
 
 
DIE PUPPE
 
Tα πρωινά φορώ τα πόδια που περπατήσαμε στον κόσμο μαζί
την εποχή των θερισμών
των καραβανιών
των διασκεδαστών της εξαίσιας πιθανότητας
πως όλα θα πάνε καλά
τα βράδια χωρίζουμε
πάντα χωρίζουμε τα βράδια
το ενδεχόμενο να πάνε όλα καλά απομακρύνεται
κι εγώ θέλω να μένω μόνη
όταν ξεκουμπώνω τους νάρθηκες
και τοποθετώ τα μέλη μου απαλά στο κομοδίνο
έτσι σακάτισσα γυμνή
θέλω να είμαι ξένοιαστη
ν’ αποσυναρμολογώ την δομή μου
-χέρια, δάχτυλα, πόδια, μαλλιά-
χωρίς ενοχές
ν’ανακαλύπτω από την αρχή στα παζλ των λυγμών
εκφράσεις ακατέργαστες
χαμόγελα καλυμμένα
χωρίς την βάσανο των αρθρώσεων
χωρίς την ακαμψία των οστών
χωρίς των σκελετών την αποτρόπαιη τρομοκρατία
Ανάσκελη ανασαίνοντας
φάρμακα υγρά σε νεφελοποιητές
καταπίνοντας καλειδοσκόπια
προσμένω το θαυμάσιο
στα σημεία συνάντησης των γκρεμών
στα σώματα τα ριψοκίνδυνα της πτώσης
-πόσες ματαιωμένες πιθανότητες
ιδωμένες στερεοσκοπικά «με το μάτι του πουλιού»
[ 47 ]
από κάποιον που ξέρει καλά πως δεν πρόκειται να πετάξει
στο τέλος απομένουμε ακίνητοι σαν κούκλες πλαστικές
ανάμεσα σε γυάλινα παιχνίδια
όμορφοι και σπασμένοι
ψεύτικοι
κι εγώ που επιθυμώ όσο τίποτε να σου φωνάξω: ποτέ μην με
πιστέψεις ποτέ
σωπαίνω παράξενα
ή ορκίζομαι: αυτή είναι η ζωή όπως την θυμάμαι
(όχι η ζωή μου που έζησα)
 
 
DIE PUPPE*
 
In the morning I wear the feet that we walked the world together
during harvest time
the time of caravans
of animators of the unique likelihood
 
that everything will be fine
 
In the evening we separate
we always separate in the evening
the likelihood that everything will be fine recedes
and I want to be alone
when I undo the splints
and place my limbs gently on the bedside table
thus maimed and naked
I want to be    
carefree
to unmake my nature
--arms, fingers, legs, hair—
guiltless
to discover anew in the puzzling sobs
uncouth expressions
covered smiles
without the gnawing of the joints
without the inflexibility of the bones
without the skeletons’ horrendous terror
 
lying on my back breathing
liquid medicines nebulous poets
swallowing kaleidoscopes
waiting for the “unique”
at the point where precipices join
on the adventurous bodies of the fall
--so many foiled likelihoods
seen stereoscopically “with the eyes of a bird”
by someone who knows only too well that he’ll never fly
 
in the end, we remain motionless like plastic dolls
among glass toys
beautiful and broken
fake
and I who so long wish to shout at you:
don’t you ever believe me, ever
I fall strangely silent
or swear that this is life as I remember it
 
(not the life that I lived)
--------------------------------
*DIE PUPPE: Refers to Hans Bellmer’s surrealistic dolls
 
More poetry translated into English here