Κείμενα που γράφτηκαν για το Τερράριουμ (Μελάνι, 2014):
 
Πωλίνα Γουρδέα
(Δημοσιεύτηκε στο  Fractal, 16 Μαρτίου 2016)
 
Μια ποιητική συλλογή που λέγεται Terrarium (εκδ. Μελάνι 2014) ήρθε στα χέρια μου γεμάτη με άνθη – ποιήματα. Η Ελένη Γαλάνη δημιουργεί ένα τεχνητό κλειστό οικοσύστημα όπου κάθε της ποίημα είναι κι ένας ζωντανός οργανισμός. Ένα φυτό με συγκεκριμένο επιστημονικό όνομα και χαρακτηριστικά που αποδίδουν τη μυρωδιά που ενθηκεύει. Η συλλογή περιλαμβάνει είκοσι επτά ποιήματα που αγγίζουν τις πιο μύχιες σκέψεις του αναγνώστη. Η Γαλάνη, μιλώντας για το φαινόμενο της ζωής, κατορθώνει να ταυτίζει την ιδιότητα όλων των ζωντανών οργανισμών, χρησιμοποιώντας τα φυτά ως τέχνασμα, για να αναφερθεί στη βαθύτερη ανθρώπινη αγωνία.
 
«Να έχεις το σώμα», λέει/ Να το παραδίνεις αθώο στη σύλληψη/ άγουρο στην αιχμαλωσία να λες «είναι καλύτερα που είμαι χωμάτινη»/ – ας πονάς
(Habeas corpus, σελ. 19)
 
Όπως οι άνθρωποι εγκλωβίζονται σε αδιέξοδες καταστάσεις και συνεχίζουν να αναπνέουν, έτσι και τα ποιήματα της συλλογής ως φυτά συνεχίζουν να υπάρχουν ακόμα και υπό το καθεστώς θερμοκηπίου. Η ήττα, το πένθος, η εγκατάλειψη των ονείρων, οι ματαιώσεις που συνεχώς έρχονται στη ζωή αποτελούν τα δομικά χαρακτηριστικά των ποιημάτων του Terrarium. Χωρίς όμως να υπάρχει κανένας μελοδραματικός τόνος, η συγκίνηση πηγάζει από την αλήθεια των λεγομένων της ποιήτριας. Σε μια ρευστή εποχή, όπως αυτή που διανύουμε, το να μιλούν οι ποιητές  με τις κατάλληλες λέξεις για ένα ουσιαστικό πλησίασμα του άλλου, για την ύπαρξη όπου κέντρο της είναι ο άνθρωπος, αποτελεί το μεγαλύτερο κατ’εμέ δώρο της γραφής.
 
αδηφάγος ο χειμώνας/ εισπράττει, καρπώνεται,/ το τέλος του/ καλοκαιριού/ πανάκριβο// απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις// Νικηθήκαμε
(Κήποι στα βαθιά, σελ. 15)
 
Η ποίηση αναβλύζει σε κάθε σελίδα του Terrarium ανεμπόδιστα. Παρόλο που ο τίτλος μας παραπέμπει σε ένα είδος ενυδρείου για φυτά μέσα στο οποίο συντελούνται οι βασικότερες λειτουργίες της ζωής, ο αναγνώστης αναφωνεί ενθέρμως για την ποίηση της Γαλάνη Κι όμως ανθίζει.  Το εμπόδιο είναι ο συμβολικός και κυριολεκτικός εγκλεισμός που από μόνος του αποτελεί μια αρκετά περίπλοκη συνθήκη. Μέσα σε αυτό το τεχνητό περιβάλλον κατορθώνουμε να ζούμε, να ονειρευόμαστε, να ερωτευόμαστε και να συγκινούμαστε. Η ποίηση, έτσι κι αλλιώς, μας βρίσκει παντού, όπως και η ζωή. Σε κάθε περίπτωση λοιπόν, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην Ελένη Γαλάνη την ικανότητα να μας συγκινεί με τον ποιητικό της λόγο στη φοβερή συνθήκη της εποχής μας.
 
Εσύ ψηλαφείς με την αφή αστέρια κλειστά/ χθόνιες σπηλιές/ χάρτινες οροσειρές, αμμόχωστες/ – πάντα αρνητικό πάντα λειψό το πρόσημο/ πάντα στρεβλή, αδύναμη η ραχοκοκαλιά αυτού του/ κόσμου –
(Νυχτομαντεία, σελ. 46)
 
 
 
-/-
Γιώργος Βέης
(Δημοσιεύτυκε στα Ποιητικά, τχ 19, Σεπτέμβριος 2015)
 
"Από τις πιο αξιοπρόσεκτες περιπτώσεις των νέων δημιουργών λόγου. Εδώ ο επιλεγμένος χωρόχρονος, αν και συνειδητά μονοσήμαντος, εκλύει ιδαίτερη ένταση. Το περίκλειστο τοπίο προσφέρεται για εξειδικευμένες ερμηνείες του εγώ και της παθολογίας του. Διακρίνω, μεταξύ των πολλών, τα εξής: "Στο σπίτι μας δεν ανθίζουν εποχές/ ανθίζουν τα μαλλιά μας/ Συχνά ακούς τριγμούς μες στη σιωπή / φυλλώματα σέρνονται στα δωμάτια/ πέπλα ριχτάρια παντού κρέμονται /στα πόδια, στην πλάτη, φίδια ζωντανά στα πλευρά μας". Ο υποδόριος διδακτισμός ξέρει πολύ να σταματήσει για να μην οδηγηθεί σε άκαιρο διδακτισμό (...)"
 
 
-/-
 
 
Χριστίνα Λιναρδάκη
(Δημοσιεύτηκε στο stigmalogou.blogspot.de στις 5 Οκτωβρίου 2015)
 
 
(...) Ανάμεσα στην αρχή και το τέλος, ξεδιπλώνονται τα 27 ποιήματα της συλλογής, επιστημονικά ταξινομημένα ως είδη φυτών. Αυτού του είδους η ταξινόμηση, εκτός από τη διεπιστημονική προσέγγιση που αποτελεί, παρέχει με έξυπνο τρόπο έναν κοινό θεματικό άξονα. Εξαίρεση αποτελούν τα ποιήματα «Γυναίκες με ψυχή κήπου», «Terrarium» και «Φοιτολόγιον οικιακών θλίψεων» που στέκονται αυτόνομα και αταξινόμητα. Όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματα, όμως, συμμορφώνονται σε έναν βασικό τόνο: εκείνον της θλίψης, μιας θλίψης που προκύπτει σαν συμπέρασμα: η ζωή ξεπερνά το άτομο, ξεπερνά τη φαντασία - κάποτε ξεπερνά και τον ίδιο τον εαυτό της. 

Αυτός είναι ο λόγος που το ποιητικό υποκείμενο εμφανίζεται σε κάποια σημεία θυμωμένο -όμως ακόμα κι αυτός ο θυμός υπονομεύεται: στο άτιτλο ποιήμα της οικογένειας των δαφνοειδών, για παράδειγμα, βλέπουμε το ποιητικό υποκείμενο να κραδαίνει απειλητικά ένα παιδικό νεροπίστολο, δείχνοντας έτσι με τρόπο ανάγλυφο την καθολική αστειότητα του να πιστεύει κανείς πως μπορεί να αντισταθεί στον τρόπο που έρχεται η ζωή. Η προσέγγιση της Γαλάνη είναι, υπ' αυτήν την έννοια, αρχαιοελληνική. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες ένιωθαν υποκείμενοι στη βούληση και τα τερτίπια των θεών, έτσι και το ποιητικό υποκείμενο της Γαλάνη, ακόμη κι αν αντιστέκεται, εντέλει αποδέχεται το αναπόφευκτο και υπακούει στον Νόμο της ειμαρμένης. Το ποιητικό υποκείμενο, όχι όμως και το ποίημα.

Το ποίημα πάντα βλασταίνει. Ξεκινά από μια σκέψη-σπόρο και ξεδιπλώνεται αργά, λέξη τη λέξη, στίχο τον στίχο. Τρυπά το έδαφος της καθημερινότητας, υψώνεται προς τον ουρανό, ξετυλίγεται σαν σπείρα, τεντώνεται, ανοίγει... Το ποίημα εντάσσεται στον κύκλο της ζωής, στο αέναο δούναι και λαβείν της και την υπηρετεί σαν καθετί άλλο που υπάρχει. Θλιμμένο ή χαρούμενο, λυρικό ή κυνικό, δανείζει το χρώμα του στον κόσμο και του αλλάζει διάθεση και βάθος. Είναι η δύναμη της φωνής του ποιητή, η δύναμη της φωνής του ανθρώπου που, παρά τους περιορισμούς που υφίσταται, μπορεί εντέλει να αλλάξει το χρώμα του ορίζοντα, μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. 

Δεν θέλω να γράψω περισσότερα, όχι ότι δεν θα μπορούσα να γράψω πολλά: για την άρτια εικονοποιΐα, την άριστη τεχνική, τις ομαλές μεταβάσεις... για τις φρέσκιες ιδέες, τα ωραία νοήματα και τόσα ακόμη. Προτιμώ όμως να μοιραστώ μαζί σας δύο ποιήματα, έχει μεγαλύτερη αξία. Και, πιστέψτε με, είχα μεγάλη δυσκολία ποια δύο απ’ όλα να διαλέξω. Έχει κι αυτό τη σημασία του (...)
 
 
 
-/-
 

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
(Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των συντακτών στις 9 Μαίου 2015):
 
 
Το Terrarium είναι ένα τεχνητό κλειστό οικοσύστημα, σαν ενυδρείο για φυτά, μέσα στο οποίο συντελούνται κανονικά οι βασικότερες τουλάχιστον λειτουργίες της ζωής. Στην ομότιτλη συλλογή της Ελένης Γαλάνη περιλαμβάνονται είκοσι εφτά ποιήματα, στα οποία άνθρωποι και φυτά ταυτίζονται και γίνονται ένα είδος ζωής που διαβιοί μες στους στίχους, με κοινά αισθήματα, βιώματα, πάθη, γνωρίσματα και ιδιότητες. Ολα τα ποιήματα, εκτός από τρία, συστήνονται στον αναγνώστη, πριν ακόμη από τον τίτλο τους, με την επιστημονική ονομασία ενός φυτού, το οποίο εμφανίζεται επίσης μες στους στίχους του ποιήματος, άλλοτε έχοντας πρωταγωνιστικό, θα λέγαμε, ρόλο και άλλοτε απλώς συμπληρωματικό, άλλοτε αλληγορική σημασία και άλλοτε κυριολεκτική: «Υπάρχουν φυτά που ζούνε σαν ψάρια / Ψάρια που ζούνε σαν φυτά / Ανθρωποι με φτερά, άνθρωποι με βράγχια / Ανθρωποι με φύλλα, με αγκάθια / Ανθίζουν, μαραίνονται, πολλαπλασιάζονται / στοιβάζονται, συστεγάζονται σε τερράρια / ακουάρια, γραφεία, στριμώχνονται / σε γυάλινα δωμάτια / μνημεία μοιάζουν θερμοκήπια / μέσα σε τραμ, μετρό, λεωφορεία / το οξυγόνο τους λιγοστεύει / η ανάσα σώνεται / το φως τους τελειώνει».
 
Αυτό το φως που τελειώνει είναι ακόμη ένας μόνιμος κάτοικος του κόσμου που αποτυπώνει η Ελένη Γαλάνη: είναι η θλίψη και η ήττα, ο έρωτας και η συντριβή, το παρελθόν και η μνήμη, τα όνειρα που έχουμε εγκαταλείψει, η απώλεια, ο θάνατος των αγαπημένων. Κι ακόμα, τα θύματα των πολέμων κι οι γυναίκες που δεν έχουν καμία εξουσία στο ίδιο τους το σώμα, εκείνες που διεκδικούν το αυτονόητο. Ομως ο τρόπος που η ποιήτρια χειρίζεται αυτό το κοινό σε όλους τους ποιητές υλικό ξεχωρίζει, γιατί απουσιάζει ο συνήθης στην ποίησή μας άμεσος και ανεπεξέργαστος εξομολογητικός τόνος και η συνακόλουθη υπερβολή του συναισθήματος. Ετσι αυτή που τελικά κερδίζει, αυτό που τελικά μένει, είναι η ποίηση. Ακόμα κι αν στο τέλος μένουμε «αθώοι και μόνοι στη συντριβή / παρ’ όλη την αγάπη», ακόμα κι αν «όταν ξυπνήσουμε / θα είναι για όλα αργά», ακόμα και αν «απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις // Νικηθήκαμε», μοτίβα που συνεχώς επανέρχονται στα ποιήματα, η ποίηση κάνει τη δουλειά της, ο ποιητής αιμορραγεί για μας και αφήνει το ματωμένο σημάδι του που μας παρηγορεί και μας εγκαρδιώνει.
≈≈≈≈≈≈≈≈≈≈
Ακόμα πιο παράδοξα, αν είναι δυνατόν, εμφανίζονται τα πράγματα στα ποιήματα που δημοσιεύονται στο βιβλίο «Τα μαλλιά του Φιν» της Εύας Στεφανή· βιβλίο από το οποίο πάντως, να σημειώσουμε, απουσιάζει οποιοσδήποτε χαρακτηρισμός του γραμματειακού είδους και όλα τα κείμενα εμφανίζονται γραμμένα σε πεζό λόγο – νομίζω, ωστόσο, πως δεν είναι λάθος να τα ονομάσουμε ποιήματα. Ο,τι κυρίως τα χαρακτηρίζει είναι η απλότητα της γλώσσας και η φυσικότητα του ύφους, η συντομία, καθώς ελάχιστα από αυτά υπερβαίνουν τη μισή σελίδα, ενώ κάποια δεν αποτελούνται παρά από τρεις-τέσσερις σειρές, και η ρεαλιστική αφήγηση των πιο παράδοξων καταστάσεων. Η Εύα Στεφανή δημιουργεί με τα ποιήματά της έναν ξεχωριστό, ιδιαίτερο κόσμο, γεμάτο αινιγματικές εικόνες και ονειρικά (συχνότερα μάλιστα εφιαλτικά) γεγονότα, γεφυρώνοντας, με χιούμορ και αθωότητα, το συνειδητό με το υποσυνείδητο, όπως επίσης τον πεζό λόγο με τον ποιητικό και, θα λέγαμε, τη γραφή με την εικόνα, αφού η ματιά της συγγραφέως είναι σε μεγάλο βαθμό εικαστική. Αν θέλαμε ενδεχομένως να βρούμε τους λογοτεχνικούς της προγόνους, το πρώτο όνομα που θα έπρεπε να αναφέρουμε θα ήταν αυτό του Ε.Χ. Γονατά· ή, ίσως, του Νίκου Εγγονόπουλου, του Μίλτου Σαχτούρη και της Μαργαρίτας Καραπάνου τού «Η Κασσάνδρα και ο λύκος».
 
Ενα δείγμα: «Εχω ένα βάρος στην κοιλιά. Ζητώ να με εγχειρίσουν. Παίρνω ένα λεπίδι και μια κουτάλα να βοηθήσω στην εκσκαφή. Στην αρχή βγάζω λίγη άμμο και άσπρες πέτρες. Προχωράω πιο βαθιά και πέφτω πάνω σε μια μαλακιά μάζα. Ενα βουνό από φύκια. Συνεχίζω να ψάχνω αλλά το λεπίδι και η κουτάλα γλιστράνε δίχως να σκοντάφτουν πουθενά. Θεραπεύτηκα; Μπα. Πετάω τα εργαλεία και βάζω το χέρι μου στο ανοιχτό σώμα που καίει. Πιάνω κάτι. Μια αλυσίδα. Την τραβάω προς τα έξω και ιδού η αιτία του κακού. Το παλιό ρολόι του μπαμπά». Η αφήγηση στα περισσότερα κείμενα της Εύας Στεφανή, όπως και στον «Βυθό» που προηγήθηκε, γίνεται σε ενεστώτα χρόνο, όπως ακριβώς ζούμε τα όνειρά μας, ή σε αόριστο, με τον τρόπο που τα αφηγούμαστε μόλις ξυπνήσουμε. Αρχέγονα σύμβολα, απωθημένες επιθυμίες και ανομολόγητοι τρόμοι πρωταγωνιστούν σε καθένα από αυτά: η πατρική φιγούρα, οι οικογενειακές σχέσεις, τα φαντάσματα και τα όνειρα της παιδικής ηλικίας, ο ερωτισμός, οι συμβολικοί φόνοι. Μια ποίηση στην οποία το θαυμαστό και το παράδοξο εκρήγνυται σε κάθε γύρισμα της σελίδας.
 
 
-/-
 
Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος
(Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο TAF -Νορμανού 5, Μοναστηράκι-, στις 17 Απριλίου 2015 και δημοσιεύτηκε στο Poetix, τχ.16, φθινόπωρο-χειμώνας 2016), εδώ ένα απόσπασμα:
(...) Η ταύτιση ανθρώπου και φυτού που διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή της Ελένης Γαλάνη αποδεικνύεται οπωσδήποτε ποιητικά γόνιμη, χωρίς η ποιήτρια να είναι η πρώτη ή η μοναδική που τη χρησιμοποιεί: η γλώσσα μας, κάθε γλώσσα δηλαδή, διαθέτει μεγάλο αριθμό σχετικών μεταφορικών εκφράσεων, που συνδέουν ανθρώπους με φυτά. Οι Αμαδρυάδες, επίσης, της ελληνικής μυθολογίας και η δεντρολατρία της μινωικής και μυκηναϊκής θρησκείας απηχούν παρόμοιες αρχαιότατες ιδέες. Στη νεότερη ποίησή μας ξεχωρίζει η περίπτωση του Δ.Π. Παπαδίτσα, πολλά ποιήματα του οποίου συνδέουν τον άνθρωπο με το φυτό: «Η όραση μου είναι από φυτό», διαβάζουμε σ’ ένα του ποίημα, «Ναι η όρασή μου είναι φυτό με τη ρίζα του το στέλεχος τα φύλλα του / Με την ευχάριστη οσμή και τη γλυκιά ή πικρή γεύση του / Με τις κλέφτρες εποχές που του τρων τα φύλλα / Και τους διαβάτες που το ξεριζώνουν». Η πρωτοτυπία και το ενδιαφέρον του «Terrarium», όσον αφορά τη σύλληψη της ιδέας, βρίσκεται λοιπόν κυρίως στο μεγάλο εύρος των δυνατοτήτων της που εκμεταλλεύεται η ποιήτρια, τοποθετώντας μάλιστα τη «δράση» στον κλειστό χώρο ενός terrarium ή ενός δωματίου, όπως υπαινίσσεται (και συνοψίζει) το τελευταίο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Είκοσι επτά ιστορίες φαντασμάτων» (είκοσι επτά, όσα και τα ποιήματα της συλλογής δηλαδή).
 
 
Όσο αδειάζει τόσο μεγαλύτερο γίνεται το δωμάτιο
οι αγαπημένοι φεύγουν
κρατούν την ψυχή τους αναμμένο κερί
στην παλάμη τους
τη φρόντισαν τη βάσταξαν όπως μπόρεσαν
κίτρινο λουλούδι μαλακό στον ρέοντα κόσμο
σε καιρούς αγονίας
πλημμυρών
 
ανάχωμα
 
τώρα περιμένουν καρτερικά
τον μεγάλο κατακλυσμό
το ξερίζωμα
κι η σειρά όλο μικραίνει
οι σκιές εγκαθίστανται
το σκοτάδι κερδίζει
 
Ο τελευταίος θα διηγηθεί την πιο παράξενη ιστορία
 
θα πει για τα παιδιά που τα βρήκε η νύχτα
να παίζουν ξυπόλυτα
στους ασπάλαθους
για τις φωνές και τα γέλια τους
που αντηχούσαν δυνατά
μες στους κήπους
θα την αφηγηθεί με φωνή στεντόρεια καθαρή
σα να ‘ναι αυτή η πρώτη ιστορία του κόσμου
η ομορφότερη
κι ας ξέρει πως δεν έχει μείνει πια να την ακούσει κανείς
 
ύστερα θα κλείσει την πόρτα πίσω του
απαλά παίρνοντας μαζί
και το φως του
 
Όπως, εξ όνυχος, φαίνεται και από αυτό το ποίημα, τα θέματα της Ελένης Γαλάνη δεν διαφέρουν σε σημαντικό βαθμό από τα θέματα που η ποίηση εδώ και χιλιετίες επεξεργάζεται. Είναι η θλίψη και η ήττα, ο έρωτας και η συντριβή, το παρελθόν και η μνήμη, η απουσία, τα όνειρα κι η παιδική ηλικία που έχουμε εγκαταλείψει, η απώλεια, ο θάνατος των αγαπημένων. Κι ακόμα, τα θύματα των πολέμων, οι Σύροι, οι Σέρβοι, οι γυναίκες που δεν έχουν καμία εξουσία στο ίδιο τους το σώμα, εκείνες που διεκδικούν το αυτονόητο. Κι όμως ο τρόπος που η ποιήτρια πραγματεύεται και χειρίζεται αυτό το κοινό αλλά φλέγον υλικό διαφέρει από τον τρόπο των περισσοτέρων ποιητών σήμερα. Το σημαντικότερο θεωρώ κατόρθωμα της Ελένης Γαλάνη σε αυτό το βιβλίο της, ποιητικό κατόρθωμα που σε κάποιον βαθμό οφείλεται και στη χρήση της ιδέας του terrarium αλλά κυρίως, εννοείται, στην ποιητική της ευφυΐα, είναι η απουσία του συνήθους στην ποίησή μας άμεσου και ανεπεξέργαστου προσωπικού εξομολογητικού τόνου και της συνακόλουθης συναισθηματολογίας· αυτό που, ευτυχώς, λείπει, για να το πω αλλιώς, είναι η υπερβολή του συναισθήματος εις βάρος της κατασταλαγμένης αποτύπωσης των στιγμών και των ψυχικών καταστάσεων που θέλει να διασώσει η ποιήτρια (...)
 

 

-/-
 
Κική Τριανταφύλλου
(δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα Τα Νέα / Βιβλιοδρόμιο, το Σαβ/κο 7-8 Μαρτίου 2015):
 
 
Στίχοι που χτυπάνε στόχο
 
"Πάει καιρός/ Οι δείκτες αγκομαχάνε στα ρολόγια/ ξεχαρβαλωμένοι η πραγματικότητα έρχεται/ την ίδια ώρα ακριβώς /στο επισκεπτήριο της προσμονής ο χρόνος/ σερβίρει τα κεφάλια μας/ αντί οπώρες/ επί πίνακι/ στα χέρια των εποχών/ φύσεις νεκρές κανείς/ δεν θυμάται".
Αλληγορίες και κυριολεξίες συναντώνται στους ίδιους στίχους της κοσμοπολίτισσας Ελένης Γαλάνη και η έλξη τους είναι τόσο έντονη που μεμιάς μεταμορφώνονται σε δυνατές αιχμές με στόχο τη μοναξιά και τον χρόνο, τον φόβο της απώλειας μέσα από μια γλώσσα στακάτη - σχεδόν στεγνή, αλλά όχι αφυδατωμένη- και κάτω από την ομπρέλα του τίτλου που παραπέμπει στο πρώτο πείραμα τεχνητού χώρου διαβίωσης.