Κείμενα που γράφτηκαν για το "ανατολικό τέλος"
Θεώνη Κοτίνη: Μια πολυφωνική πραγματεία
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Neoplanodion στις 26 Ιουνιου 2018)
(...) Το βιβλίο αποτελεί ένα ενδιαφέρον εγχείρημα να αποδοθεί πολυστρωματικά το σύγχρονο βίωμα του απάτριδος, εγγεγραμμένο στη βαθιά του ιστορική διαδρομή και στην υπαρξιακή του διάσταση. Οι πλατιές συντεταγμένες ενός κοσμοπολιτικού σκηνικού, η προσπάθεια να αποδοθεί η πυκνή σήμανση του παλίμψηστου ανθρώπινου άλγους (στην σημαντική ενότητα «ΡΕΝΤΙΜΕΝΤΙ»), η πανοραμική θέα ενός φασματικού κόσμου αριθμούνται στα συν της συλλογής. Υπάρχουν όμως και αρκετά σημεία που κουράζουν, καθώς μετέρχονται μια σωρευτική περιφραστικότητα που δεν αφήνει να παραχθεί ο υπαινιγμός, δηλ. εκείνη η νύξη που αφήνει τον αναγνώστη να παραγάγει ως συλλειτουργός το νόημα. Π.χ. στο ποίημα «Πατρίδα» η αφηγήτρια Γκέρτι ομολογεί:

– Κατάγομαι από έναν τόπο ά-τοπο η πατρίδα μου
δεν έχει στίγμα, σφυγμό (όπως εγώ) δεν έχει χρόνο– 
Σου γράφω
γιατί καμιά ζωή δεν επιζεί χωρίς μάρτυρες καμιά μνήμη
χωρίς εραστές.

Εδώ το ποίημα θα κέρδιζε χωρίς τους δύο πρώτους στίχους που επεξηγούν, χωρίς να εννοούν. Η πληθωρική αναφορά, επίσης, σε τόπους-ινδάλματα της παρηκμασμένης ουτοπίας θα μπορούσε να περιοριστεί, γιατί σε κάποια σημεία εκτρέπονται σε καταλογογράφηση χωρίς να επιτυγχάνουν συνυποδήλωση.

Η γλωσσική οικονομία είναι, κατά τη γνώμη μου, ένας τομέας που πρέπει να δουλέψει η ποιήτρια, για να μπορέσει να αναδυθεί πιο λιτά και ζυγιασμένα ο κυρίαρχος ποιητικός της τρόπος, δηλαδή η αρθρωτά δομημένη αφήγηση ως πολυφωνική πραγματεία ενός μείζονος θέματος.

Χριστίνα Λιναρδάκη: Αναζητώντας το τέλος του ορίζοντα
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Literature στις 10 Νοεμβρίου 2017)
It would be the same at the end of the journey, If you came at night like a broken king, If you came by day not knowing what you came for, It would be the same   T.S. Eliot, “Little Gidding”     
 
Στο Ανατολικό τέλος, την τρίτη κατά σειρά συλλογή της Ελένης Γαλάνη που ψηλαφεί την έννοια του ορίου, τον τόνο δίνει ξανά η θλίψη. Είναι η θλίψη του ανθρώπου που αναζητεί την πατρίδα, εκείνου που, επ’ αλλοθρόους ανθρώπους πλέοντας, δεν είναι πια απολύτως σίγουρος για την ταυτότητά του και τη δοκιμάζει απέναντι σε ιστορικές και άλλες μνήμες: Μνήμες που διασχίζουν πόλεις ευρωπαϊκές, μέρη εξωτικά, βυθούς κάθε είδους, πίνακες ζωγραφικής και άλλα, όχι ευρέως γνωστά, τεκμήρια τα οποία γίνονται αφορμή για ενδιαφέρουσες αφηγήσεις. ” Τελικά, είμαστε η γλώσσα μας, η μνήμη μας – ή τι; Η μνήμη ασύλητη, ο χρόνος ασάλευτος, άσυλο/ η αρχαία πληγή, γράφει στο ποίημα «Morgengrauen». Άσυλο η αρχαία πληγή, γιατί απ’ όλες τις πιθανές πληγές προτιμάμε να μας πονά αυτή που γεννηθήκαμε μαζί της, αυτή που κουβαλάμε μέσα μας σαν κληρονομιά. ”
 
Η ποιήτρια προτάσσει (ή ίσως επικαλείται) τις γεωγραφικές συντεταγμένες τριών τοποσήμων, διαιρώντας τη συλλογή σε αντίστοιχα, ανισοβαρή τμήματα. Στο πρώτο και μεγαλύτερο τμήμα βρίσκουμε το ξενοδοχείο Σάρλιτζα Παλλάς στη Θερμή της Λέσβου. Πληροφορούμαστε, από τις σημειώσεις στο τέλος της συλλογής, ότι σάρλιτζα στα τουρκικά σημαίνει «κίτρινα θεραπευτικά νερά» και ότι το κτήριο του ξενοδοχείου είναι εγκαταλελειμμένο εδώ και 30 χρόνια. Το ξενοδοχείο σηματοδοτεί ένα ανατολικό τέλος (ίσως εποχής) στην προσωπική γεωγραφία της ποιήτριας. Το δεύτερο τμήμα, που τιτλοφορείται Φρηντριχστράσε, πήρε το όνομά του από έναν σταθμό μετρό του Βερολίνου όπου, κατά τη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, κατέβαιναν όσοι επιβάτες δεν διέθεταν τα απαιτούμενα έγγραφα για να συνεχίσουν στην ανατολική πλευρά – ήταν δηλαδή ένας τερματικός σταθμός που σηματοδοτούσε άλλο ένα ανατολικό τέλος. Στο τρίτο και τελευταίο τμήμα απαντούμε την Αλμπέρ Προμενάντ της Οστάνδης στο Βέλγιο, μιας πόλης που το όνομά της σημαίνει κυριολεκτικά «ανατολικό τέλος» και που αποτέλεσε το καταφύγιο των διανοουμένων την εποχή της ανόδου των Ναζί.
 
Στιλιστικά, η συλλογή είναι γεμάτη από παρηχήσεις και σκόπιμες επαναλήψεις. Στο πρώτο μέρος, μέσα στις πόλεις που δανείζουν το όνομά τους στους τίτλους των ποιημάτων, συναντάμε  ξανά και ξανά τη λέξη πατρίδα, το ζήτημα της μνήμης και της λήθης, καθώς  και προβληματισμούς σχετικά με τη μητρική έναντι της ξένης γλώσσας, των οικείων έναντι των ανοίκειων ήχων. Συναντάμε επίσης την έννοια του άλγους, εκείνου που βρίσκεται στη ρίζα της λέξης νοσταλγία. Στο πρώτο αυτό μέρος, η ποιήτρια ασχολείται με ορισμούς λέξεων (ουσιαστικά, στοιχείων της πραγματικότητας), δίνοντας την εντύπωση ότι μέσα από αυτούς προσπαθεί να προσδιορίσει το δικό της στίγμα στον κόσμο. Τελικά, είμαστε η γλώσσα μας, η μνήμη μας – ή τι; Η μνήμη ασύλητη, ο χρόνος ασάλευτος, άσυλο/ η αρχαία πληγή, γράφει στο ποίημα «Morgengrauen». Άσυλο η αρχαία πληγή, γιατί απ’ όλες τις πιθανές πληγές προτιμάμε να μας πονά αυτή που γεννηθήκαμε μαζί της, αυτή που κουβαλάμε μέσα μας σαν κληρονομιά. Στο δεύτερο μέρος, που αποτελείται από ένα μόνο, μεγάλο κι ενιαίο ποίημα, οι πόλεις πυκνώνουν: ράγες ρωγμές συρμών τρυπούν το κεφάλι μου ήχοι στριγγοί/ οι πόλεις στροβιλίζονται δίνες στο κεφάλι μου. Οι πόλεις δεν νοούνται τόσο ως τα κτήρια που τις απαρτίζουν όσο ως η ιστορία και οι μνήμες που αντανακλούν: …λίγο να ξύσεις τους χάρτες, δες, άλλες πόλεις γεννιούνται κι είναι ο κόσμος ένα καλειδοσκόπιο κι εσύ μια ηλεκτροπόλη φωτεινή με χίλιες πόλεις μέσα σου κοιμισμένες εκατοντάδες κιλοβατώρες μνήμης… Στο τρίτο μέρος, που είναι κι αυτό ένα μόνο, ενιαίο ποίημα, η Γαλάνη ασχολείται με τη ματαιότητα της φυγής (τα μεγάλα βλέφαρα της φυγής ανοιγμένα ηλιοτρόπια). Πάντα ο φυγάς θα φθάνει σε ένα ανατολικό τέλος (ή δυτικό, αφού η δύση [είναι] η άλλη όψη της Ανατολής […] κι εσύ είσαι η ανατολική ακτή στο τέλος/ της κάθε αυγής μου). Και πάντα αυτό που θα τον περιμένει είναι ο πόνος, τέλος και αρχή της ζωής: …το οξυγόνο τελειώνει, η ενδοχώρα φλέγεται η θάλασσα όσο την πλησιάζεις απομακρύνεται…
 
Η αρχή και το τέλος δεν προκύπτουν μόνα, ανάμεσά τους υπάρχει το ταξίδι – ακόμη κι αν είναι μια πορεία θανάτου, όπως επαναλαμβάνει η Γαλάνη. Το ταξίδι επιφυλάσσει πολλά θαυμαστά και εξαίσια: από την πανεπιστημιακό και μεταφράστρια Tatiana Gnedich, που συνελήφθη εξαιτίας μιας κατασκευασμένης κατηγορίας και κρατήθηκε δύο χρόνια στην απομόνωση σε πλήρες σκοτάδι, με αποτέλεσμα να χάσει την όρασή της, μέχρι τη βασίλισσα Ζηνοβία που σύρθηκε στον θάνατο δεμένη στο άρμα του Αυρηλιανού με χρυσές αλυσίδες. Από το υπερωκεάνιο των Ναζί Wilhelm Gustloff μέχρι το παράδοξο του σκοτεινού νυχτερινού ουρανού του Όλμπερς.
 
Ώσπου φθάνουμε στον τελικό προορισμό, στα τρία δηλαδή σημεία του χάρτη που αξιώνουν να εκληφθούν ως ανατολικό τέλος: ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο, έναν τερματικό σταθμό και η προκυμαία μιας πόλης-καταφυγίου. Είναι αυτά τα μέρη πραγματικά ένα ανατολικό τέλος; Όχι, γιατί σε μια σφαίρα κυκλική, όπως της υδρογείου, τέλος δεν μπορεί να υπάρξει. Η κυκλική κίνηση συνεχίζεται ατέρμονα προς όλες τις κατευθύνσεις. Το όποιο «τέλος» μπορεί να νοηθεί μόνο σαν προσωρινή ρωγμή και σαν παραμυθία: Είναι το παρήγορο όριο που θέλουμε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να υψώσουμε στην απεραντοσύνη του κόσμου. Το πόσο πειστικό είναι, επαφίεται στον καθένα (στέκω όρθια εδώ σε αρχαία ερείπια/ με όλες τις πόλεις μέσα μου/ γκρεμισμένες – «Σύνθετοι ορισμοί»).

 
Λίνα Στεφάνου: Το ανατολικό τέλος. Μια κιβωτός φτιαγμένη από ποιήματα
(διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου στο TAF στις 27 Σεπτεμβρίου 2017. Δημοσιεύτηκε στην bookpress)

Μ' αρέσουν τα βιβλία που σε ταξιδεύουν και το βιβλίο της Ελένης Γαλάνη σε ταξιδεύει όχι μόνο σε διαφορετικούς τόπους αλλά και σε διαφορετικούς χρόνους των τόπων αυτών. Ξεκινάει με  συντεταγμένες. Μυτιλήνη, Βερολίνο Οστάνδη. Ύστερα σε παίρνει από το χέρι και σε συστήνει σε ανθρώπους που θα αγνοούσες, ανθρώπους που οι εποχές μετέτρεψαν σε σύμβολα. Από την συγγραφέα μεταφράστρια και πανεπιστημιακό Tatiana Gnedich που συνελήφθη το '44 με κατασκευασμένη κατηγορία  μέχρι την Ηριάννα που παραμένει φυλακισμένη ενώ δεν ευσταθούν οι κατηγορίες που την καταδίκασαν. Από τον Όμηρο και τον αγγειογράφο - αγγειοπλάστη Εξηκία μέχρι τον αρχαιολόγο διευθυντή του Μουσείου της Παλμύρας Χαλέντ Αλ Σαάντ. Από την Ιουδίθ της Βαιτιλουά στον μύθο του Σίγκουρντ. 

Από τη Μυτιλήνη ως την Οστάνδη η Ελένη διασχίζει τον ιστορικό χώρο γεωγραφικών χαρτών και διαβάζει τη μοίρα της ανθρωπότητας πάνω στο σώμα της Ευρώπης.

Στη διαδρομή της εμπλέκει ό,τι εκείνη θεωρεί σημαντικό. Τους πίνακες του Πικάσο, του Ένσορ και του Ένγκον Σίλε. Το υπερωκεάνιο των Ναζί  Wilhelm Gustloff.  Το παράδοξο του Όλμπερς. Τον Μπέργκμαν. Τις χαμένες γλώσσες και τις βυθισμένες πόλεις. Κυρίως όμως τις λέξεις και την αμφισημία τους.

 

Το Ανατολικό Τέλος δεν είναι ένα χαρούμενο βιβλίο. Ίσως γιατί έχει κάτι από την σκοτεινή ατμόσφαιρα τη Γερμανίας του μεσοπολέμου. Είναι όμως ένα βιβλίο που ο ρυθμός του περνάει υποδόρια στο δέρμα και μένει εκεί να σε αφυπνίζει σαν εσωτερικό ρολόι που χει διαφορετικό χτύπο από εκείνον της καθημερινότητας μας.

Δεν είναι προτρεπτική, ούτε διδακτική ποίηση, ούτε γυναικεία όπως αρέσκονται συχνά οι κριτικοί ν κατηγοριοποιούν όταν δεν ξέρουν τι άλλο να γράψουν. Είναι μια ιστορική καταγραφή με την ψυχραιμία ενός αρχαιολόγου που καταλήγει να αρθρώνεται σαν την άηχη κραυγή του Μουνκ που ωστόσο όλοι μας έχουμε ακούσει.

Μέσα από το λόγο της μιλάει για τους απάτριδες στους οποίους είναι αφιερωμένο το βιβλίο. Μιλάει για το ότι στην εποχή μας είμαστε όλοι Νομάδες.

Μιλάει για τις χαμένες πατρίδες. Για τον πόλεμο που εκτός από ανθρώπους αφάνισε αρχαίες πόλεις, ιστορία και μνήμη.

Εμπνέεται τον τίτλο του βιβλίου της από την Οστάνδη επειδή ηχητικά το όνομα παραπέμπει στο Ost που σημαίνει ανατολικός και End που σημαίνει τέλος. Στην παραθαλάσσια αυτή πόλη του Βελγίου, πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, κατέληγαν οι καλλιτέχνες, συγγραφείς και διανοούμενοι στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από την άνοδο του ναζισμού στην Ευρώπη. Στο ποίημα Αλμπέρ Προμενάντ διαβάζουμε:

 

Οστάνδη κόρη του ανέφικτου / με τα μεγάλα μάτια των βράχων στην πλάτη και τα /γιγάντια βλέφαρα / που ανοιγοκλείνει κύματα επάνω σου ο ωκεανός/

ανάσα αμμώδης των καραβιών στις φλέβες που /ονειρεύονται ποτάμια / σώμα κρουστό της νύχτας που ταξιδεύει το πρωί / κανείς από δω δεν ξέφυγε / ο απόπλους απαγορεύτηκε / οι δρόμοι όλοι κλείσαν / το οξυγόνο τελειώνει, η ενδοχώρα φλέγεται / η θάλασσα όσο την πλησιάζεις απομακρύνεται / η θάλασσα όσο απομακρύνεσαι σε πλησιάζει/

κι εμείς παγιδευτήκαμε στο όνειρο / το ταΐσαμε με το ίδιο μας το αίμα / –τι είναι ένα λιμάνι χωρίς τα καράβια του; / τι είναι ένας άνθρωπος χωρίς την ελπίδα;–

 

Η Γαλάνη φτιάχνει μια κιβωτό με τα ποιήματά της για να συνδέσει και να περισώσει από τη λήθη ιστορικά γεγονότα και ανθρώπους που φτιάχνουν από μόνοι τους μικρές Ιστορίες. Τα ποιήματά της ερμητικά κλειστά, σε πρώτη ανάγνωση, διαθέτουν λέξεις κλειδιά που τα ξεκλειδώνουν.

 Στήνει έτσι ένα παιχνίδι που κεντρίζει την προσοχή και αφυπνίζει τον αναγνώστη. Το Ανατολικό Τέλος, όπως κάθε Τέλος εμπεριέχει μια αρχή μέσα. Εναπόκειται στον αναγνώστη να οραματιστεί πως θα ήθελε να είναι και να προσπαθήσει να την υλοποιήσει.

 

Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Το ανατολικό τέλος”, τρίτο μέχρι σήμερα βιβλίο ποίησης της Ελένης Γαλάνη (εκδ. Μελάνι), που παρουσιάστηκε χτες στο Taf, είναι μέλος μιας έκθεσης που αποτελείται από ένα βίντεο διάρκειας 1’21’’ με τίτλο “Μόρια”, φωτογραφίες που τράβηξε η ποιήτρια από πέντε τόπους που συνδέονται με την Ανατολή (Ost), το Τέλος (End) και το Αδιέξοδο (Dead End) – το παλιό ξενοδοχείο Σάρλιτζα Παλάς στη Μόρια της Μυτιλήνης, τον σταθμό Φρίντχιστράσε στο μετρό του Βερολίνου, το θέρετρο Prora που κατασκεύασαν οι ναζί στο Rugen, το εργοστάσιο “Aurora” (:Ανατολή) στο Όφενμπαχ της Φρανκφούρτης και τoν παραλιακό δρόμο στην Οστάνδη (Ostand), στο Βέλγιο, καταφύγιο συγγραφέων και διανοούμενων πριν τον Β’ ΠΠ στο δρόμο για τη δύση και τη σωτηρία τους-, ταξιδιωτικά της κείμενα που δημοσιεύθηκαν στα αγγλικά στο περιοδικό “NOMAS” τχ. 5, χειροποίητα ταξιδιωτικά βιβλία της/artist’s books και μια εγκατάσταση με γερμανικές λέξεις που συνθέτουν διαφορετικά νοήματα: Heim (Σπίτι), Weh (Άλγος), Heimweh (Νοσταλγία), Morgen (Πρωί), Grauen (Φόβος), Morgengrauen (Λυκαυγές), κοκ.

Στην καρδιά όλων των ερεθισμάτων βρίσκεται ο ποιητικός λόγος (το ποιητικό κείμενο). Είναι, όντως, αυτή η καρδιά τους; Είναι, από την άποψη ότι ο ποιητικός λόγος αυτονομείται και επιζεί ανεξάρτητα από όλα τ' άλλα. Είναι, επίσης, γιατί σε σύγκριση με άλλα είδη λόγου, τον ταξιδιωτικό, κλπ., έχει την ισχυρότερη επίδραση. Στο βιβλίο της, η -ακούραστη- ταξιδεύτρια Γαλάνη, που ζει στη Φρανκφούρτη από το 2013, συλλέγει διαρκώς τοπογραφικές, ιστορικές, μνημονικές και γλωσσικές ψηφίδες και τις συγκροτεί σε συγκλονιστικές αφηγήσεις (“Γράφουμε για όλα αυτά που μας πληγώνουν”, λέει, ”αλλά για να απογοητευτεί κανείς, πρέπει να έχει ήδη γοητευτεί”).

Οι φωτογραφίες, τα υπόλοιπα αντικείμενα, η εγκατάσταση και το βίντεο, πλαισιώνουν και πλουτίζουν αισθητικά την ποίησή της (αντί να την ερμηνεύουν).